Μετάφραση του "counteraction" σε Ελληνικά

Οι αντενέργεια, αντίδραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "counteraction" σε Ελληνικά.

counteraction noun γραμματική

An act of retaliation; a counterattack [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντενέργεια

    noun feminine

    opposing action

    " Life assurance helps to counteract inflationary tendencies, contributes- - "

    Η ασφάλεια ζωής βοηθάει στην αντενέργεια... - "

  • αντίδραση

    noun

    This clearly corresponded to normal commercial behaviour of self-defence in order to counteract the surge in imports originating in the PRC.

    Τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν σε κανονική εμπορική συμπεριφορά αυτοάμυνας ως αντίδραση στην αύξηση των εισαγωγών καταγωγής ΛΔΚ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " counteraction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "counteraction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντενεργών · αντενεργώντας
  • αντενεργώ · αντιδρώ · αντικρούω · αντιπράττω · εξουδετερώνω
  • εξουδετερώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "counteraction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη