Μετάφραση του "counterclaim" σε Ελληνικά
Οι ανταπαίτηση, αντεπιχείρημα, ανταπαιτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "counterclaim" σε Ελληνικά.
counterclaim
verb
noun
γραμματική
(law) a suit filed by a defendant against a plaintiff secondary to the original complaint. [..]
-
ανταπαίτηση
noun -
αντεπιχείρημα
Noun -
ανταπαιτώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " counterclaim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "counterclaim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταπαιτητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη