Μετάφραση του "countercurrent" σε Ελληνικά

Το αντιρροή είναι η μετάφραση του "countercurrent" σε Ελληνικά.

countercurrent adjective noun γραμματική

A current that flows against the prevailing one. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιρροή

    feminine

    Part of the secret is in what are called countercurrent heat exchangers.

    Το μυστικό έγκειται εν μέρει στους λεγόμενους εναλλάκτες θερμότητας με αντιρροή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " countercurrent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "countercurrent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη