Μετάφραση του "coupler" σε Ελληνικά
Οι σύνδεσμος, συζεύκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coupler" σε Ελληνικά.
coupler
noun
γραμματική
(now rare) Someone who couples things together, especially someone whose job it is to couple railway carriages. [..]
-
σύνδεσμος
noun masculineWe knew nothing until the phase couplers overloaded.
Δεν ξέραμε τίποτε μέχρι που υπερφορτώθηκαν οι σύνδεσμοι φάσης.
-
συζεύκτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coupler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "coupler"
Φράσεις παρόμοιες με "coupler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υβριδικός συζεύκτης
-
συζεύκτης κεραίας
-
συζεύκτης ταυ
-
Οπτικός κατευθυντικός συζεύκτης
-
ισοσταθμισμένος συζεύκτης
-
διπλός κατευθυντικός συζεύκτης
-
κατευθυντικός συζεύκτης
-
αστεροειδής ζεύκτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη