Μετάφραση του "coupling" σε Ελληνικά
Οι σύνδεση, σύζευξη, ζευγάρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coupling" σε Ελληνικά.
the act of joining together to form a couple [..]
-
σύνδεση
noun feminine(electronics) connection between two electronic circuits such that a signal can pass between them
The coupling devices shall enable a rigid assembly to be formed with the pushed craft.
Οι ζευκτικές διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν να διασφαλίζεται μία άκαμπτη σύνδεση με το ή τα ωθούμενα σκάφη.
-
σύζευξη
noun feminineact of joining together to form a couple
For the longitudinal coupling of individual craft at least two coupling points shall be used.
Για τη διαμήκη σύζευξη μεμονωμένων σκαφών χρησιμοποιούνται τουλάχιστον δύο σημεία σύζευξης.
-
ζευγάρωμα
noun neuteract of joining together to form a couple
The Kuma religion forbids coupling under a full moon.
Η θρησκεία των Κούμα απαγορεύει το ζευγάρωμα την πανσέληνο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ένωση
- ζευκτήρας
- σύνδεσμος
- δεσμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coupling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "coupling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λογική τρανζίστορ συζευγμένων-εκπομπών
-
παράγοντας σύζευξης
-
συνεχής σύζευξη, σύζευξη DC
-
Λογική τρανζίστορ συζευγμένων-εκπομπών
-
ηλεκτροστατική ζεύξη
-
Διάταξη σύζευξης εγγύτητας
-
νεόνυμφοι
-
αμοιβαία σύζευξη