Μετάφραση του "courage" σε Ελληνικά

Οι θάρρος, κουράγιο, ανδρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "courage" σε Ελληνικά.

courage verb noun γραμματική

The quality of a confident character not to be afraid or intimidated easily but without being incautious or inconsiderate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάρρος

    noun neuter

    ability to do frightening things [..]

    He demonstrated his courage by his actions in battle.

    Επέδειξε το θάρρος του,με τις ενέργειες του στην μάχη.

  • κουράγιο

    noun neuter

    quality of a confident character

    That's me - the coward unable to muster his courage and find out the truth.

    Αυτός είμαι εγώ - ο δειλός ανήμπορος να συλλέξει το κουράγιο του και να μάθει την αλήθεια.

  • ανδρεία

    noun feminine

    quality of a confident character

    Hey, let's show some French courage and beat up the corpse!

    Ας δείξουμε γαλλική ανδρεία και ας χτυπήσουμε το πτώμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενναιότητα
    • τόλμη
    • σθένος
    • Κουράγιο
    • αγάντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " courage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "courage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "courage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη