Μετάφραση του "courting" σε Ελληνικά

Οι ερωτοτροπία, κόρτε, φλερτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "courting" σε Ελληνικά.

courting noun verb γραμματική

Present participle of court. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερωτοτροπία

    noun

    Leave shall you have to court her at your pleasure.

    Την άδειά μου για ερωτοτροπία θα πάρει.

  • κόρτε

    noun

    Some folk like to do their courting clandestine-like.

    Σε μερικούς αρέσει να κάνουν το κόρτε τους στα κρυφά.

  • φλερτ

    noun

    Why, Eduardo, you remind me of our courting days.

    Eduardo, μου θυμίζεις τις μέρες των φλερτ μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " courting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "courting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "courting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη