Μετάφραση του "credential" σε Ελληνικά

Οι διαπιστευτήριο, πιστοποιητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "credential" σε Ελληνικά.

credential adjective verb noun γραμματική

of, pertaining to or entitling to credit or authority [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπιστευτήριο

    noun neuter

    document of authority

    And we know he had opportunity for the murder because he was issued credentials to that dog show.

    Ξέρουμε ότι είχε την ευκαιρία να κάνει τον φόνο, επειδή είχε διαπιστευτήρια για να βρίσκεται στο σόου.

  • πιστοποιητικό

    noun neuter

    document of authority

    A credential acquired, uh, specifically for this occasion.

    Ένα πιστοποιητικό που αποκτήθηκε ειδικά για αυτή την περίσταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " credential " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "credential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "credential" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη