Μετάφραση του "credentials" σε Ελληνικά
Οι διαπιστευτήρια, πιστοποιητικό, Διαπιστευτήρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "credentials" σε Ελληνικά.
Plural form of credential.: Documentary evidence of someone's right to credit or authority, especially such a document given to an ambassador by a country. [..]
-
διαπιστευτήρια
nounInformation that includes identification and proof of identification that is used to gain access to local and network resources. Examples of credentials are user names and passwords, smart cards, and certificates.
And we know he had opportunity for the murder because he was issued credentials to that dog show.
Ξέρουμε ότι είχε την ευκαιρία να κάνει τον φόνο, επειδή είχε διαπιστευτήρια για να βρίσκεται στο σόου.
-
πιστοποιητικό
noun neuterA credential acquired, uh, specifically for this occasion.
Ένα πιστοποιητικό που αποκτήθηκε ειδικά για αυτή την περίσταση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " credentials " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Διαπιστευτήρια
Assessor’s credentials and approval of Part B
Διαπιστευτήρια του εκτιμητή και έγκριση του μέρους Β
Φράσεις παρόμοιες με "credentials" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαπιστευτήρια διαχείρισης
-
διαπιστευτήρια χρήστη
-
συστατική επιστολή
-
προτροπή για διαπιστευτήρια
-
πρωτόκολλο εξουσιοδότησης διαπιστευτηρίων κεντρικού υπολογιστή
-
Υπηρεσία θαλάμου διαπιστευτηρίων
-
διαπιστευτήρια κινητού
-
Διαχείριση βιομετρικών διαπιστευτηρίων των Windows