Μετάφραση του "creditworthiness" σε Ελληνικά
Το πιστοληπτική ικανότητα είναι η μετάφραση του "creditworthiness" σε Ελληνικά.
creditworthiness
noun
γραμματική
The property of being creditworthy. [..]
-
πιστοληπτική ικανότητα
Such a policy would notably take into account the creditworthiness of the countries and projects concerned.
Η εν λόγω πολιτική θα λαμβάνει υπόψη ιδίως την πιστοληπτική ικανότητα των εκάστοτε χωρών και σχεδίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " creditworthiness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη