Μετάφραση του "credulity" σε Ελληνικά

Το ευπιστία είναι η μετάφραση του "credulity" σε Ελληνικά.

credulity noun γραμματική

A willingness to believe in someone or something in the absence of reasonable proof; credulousness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπιστία

    noun feminine

    willingness to believe in someone or something in the absence of reasonable proof

    Not an hour ago, on the train, you were mocking my credulity.

    Πριν από μια ώρα, στο τρένο, κορόιδευες την ευπιστία μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " credulity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "credulity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απλοϊκός · αφελής · ευκολόπιστος · εύπιστος · μωρόπιστος · ναΐφ
  • ευπιστία
  • ευπιστία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "credulity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη