Μετάφραση του "criticism" σε Ελληνικά
Οι κριτική, επίκριση, μομφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "criticism" σε Ελληνικά.
The act of criticising; a critical judgment passed or expressed; a critical observation or detailed examination and review; a critique; animadversion; censure. [..]
-
κριτική
noun feminineact of criticising [..]
Mr Busquin, the criticism has been received and will be addressed.
– Κύριε Busquin, η κριτική σας σημειώθηκε και θα ληφθεί υπόψη.
-
επίκριση
noun feminineact of criticising
The main subject of criticism is Islamic fundamentalism, and the report seems to concentrate too much on that.
Η σημαντικότερη επίκριση αφορά τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, και η έκθεση φαίνεται να επικεντρώνεται υπερβολικά στο ζήτημα αυτό.
-
μομφή
feminineact of criticising [..]
I do not agree with that criticism of the judgment under appeal.
Δεν συμμερίζομαι αυτήν τη μομφή κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατάκριση
- σχολιασμός
- αξιολόγηση
- καταπέλτης
- άσκηση κριτικής
- δυσμενής κριτική
- επικρίσεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " criticism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "criticism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κριτική
-
κρίσιμη ειδοποίηση
-
Οριακή γωνία · κρίσιμη γωνία
-
Λογοτεχνική ανάλυση
-
κρίσιμη απόσβεση
-
βαλλόμενος πανταχόθεν · εν μέσω επικρίσεων
-
κριτικός των μίντια
-
γίνομαι στόχος κριτικής · δέχομαι πυρά · μού ασκείται κριτική