Μετάφραση του "criticize" σε Ελληνικά

Οι επικρίνω, κριτικάρω, κρίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "criticize" σε Ελληνικά.

criticize verb γραμματική

(archaic) to find fault (with something) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικρίνω

    verb

    All I do is criticize her because she's not me.

    To μόvo πoυ κάvω είναι vα τηv επικρίνω γιατί δεv μoυ μoιάζει.

  • κριτικάρω

    verb

    And I would like to say another word of criticism about that.

    Aυτή, όμως θέλω να την κριτικάρω και πάλι.

  • κρίνω

    verb

    It's what gives us the freedom to criticize our social betters.

    Μας δίνει την ελευθερία να κρίνουμε τους κοινωνικά καλύτερους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατακρίνω
    • κατηγορώ
    • καταδικάζω
    • καυτηριάζω
    • στηλιτεύω
    • καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " criticize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "criticize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "criticize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη