Μετάφραση του "crushing" σε Ελληνικά

Οι συντριπτικός, σύνθλιψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crushing" σε Ελληνικά.

crushing adjective verb noun γραμματική

Present participle of crush. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντριπτικός

    adjective masculine

    that crushes

    Crushing chest pain, irregular heart beat, angina pain

    Συντριπτικός πόνος στο στήθος, ακαθόριστος καρδιακός ρυθμός, στηθάγχη

  • σύνθλιψη

    noun

    Like I've got hands crushing in around me.

    Όπως έχω πήρε στα χέρια σύνθλιψη στην γύρω μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crushing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "crushing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χτυποκάρδια στο θρανίο
  • αλέθω · διαλύω · καψούρα · λιώνω · νεανικό χτυποκάρδι · πλακώνω · πολτοποιώ · συνθλίβω · συντρίβω · συντριβή · συνωστισμός · σύγκρουση · σύνθλιψη · τσακίζω
  • αντοχή σε σύνθλιψη
  • ψυχοπλακωτικός · ψυχοφθόρος
  • Σύνθλιψη
  • ράκος
  • έχω καψούρα με κπ · είμαι τσιμπημένος με κπ
  • φρουτοχυμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crushing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη