Μετάφραση του "crusty" σε Ελληνικά

Οι ξεροψημένος, κακότροπος, σκληρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crusty" σε Ελληνικά.

crusty adjective noun γραμματική

Pertaining to or having a crust, as, for example, in the case of bread. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεροψημένος

    adjective masculine

    having a crust

  • κακότροπος

    adjective masculine

    grumpy, short-tempered

    Now the guy gets a little crusty and you're gonna bag him.

    Τώρα, ο τύπος παίρνει λίγο κακότροπος και είστε gonna τσάντα του.

  • σκληρός

    adjective

    You know, Charlie may be prickly and crusty on the outside, but inside, he's all soft and gooey.

    Ο Τσάρλι μπορεί να είναι ενοχλητικός και σκληρός εξωτερικά, αλλά εσωτερικά είναι καλός και γλυκός.

  • δύστροπος

    adjective

    As you see, I'm a crusty old bachelor... and I have no pleasant associations connected with their lisp.

    Είμαι ένας δύστροπος εργένης, δε μ'αρέσει η πολυλογία τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crusty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crusty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη