Μετάφραση του "curler" σε Ελληνικά

Οι μπικουτί, σίδερο για μπούκλες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "curler" σε Ελληνικά.

curler noun γραμματική

One of a set of small cylindrical tubes used to curl hair [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπικουτί

    noun neuter neuter, plural

    A device on which hair is wound for curling.

    But that guy who plays standing up, he uses curlers.

    Αλλά αυτός ο τύπος που παίζει όρθιος, χρησιμοποιεί μπικουτί.

  • σίδερο για μπούκλες

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " curler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "curler"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "curler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη