Μετάφραση του "decency" σε Ελληνικά

Οι αιδώς, ευπρέπεια, σεμνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decency" σε Ελληνικά.

decency noun γραμματική

the quality of being decent; propriety [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιδώς

    noun feminine

    quality of being decent

  • ευπρέπεια

    feminine

    The state or quality of being decent.

    That was an appeal for a return to common sense and decency.

    Ήταν έκκληση για επιστροφή στην κοινή λογική και στην ευπρέπεια.

  • σεμνότητα

    noun feminine

    The days of decency and virtue are gone.

    Οι μέρες της σεμνότητας και της αγνότητας χάθηκαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξιοπρέπεια
    • κοσμιότης
    • σεμνότης
    • φιλότιμο
    • Ανηθικότητα
    • κοσμιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη