Μετάφραση του "decide" σε Ελληνικά
Οι αποφασίζω, κρίνω, καθορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decide" σε Ελληνικά.
decide
verb
γραμματική
(intransitive) To make a judgment, especially after deliberation. [..]
-
αποφασίζω
verbgive judgement [..]
Tom wasn't able to decide what to do
Ο Τομ δεν μπορούσε να αποφασίσει τί να κάνει.
-
κρίνω
verbto resolve or settle
Both parties have decided that it will be to first blood.
Και οι δυο πλευρές συμφωνούν ότι το πρώτο αίμα θα κρίνει τον νικητή.
-
καθορίζω
verbThe Commission may decide upon the software required and make it available to the competent authorities.
Η Επιτροπή δύναται να καθορίσει το λογισμικό και να το θέσει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών .
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δέω
- αποφαίνομαι
- θεωρώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decide " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθοριστική ψήφος
-
αναμφισβήτητος · αποφασισμένος · αποφασιστικός · δυναμικός · ξεκάθαρος
-
αποφασίζω · κρίνω
-
απόφαση
-
αιωρούμαι ανάμεσα σε...και... · αμφιταλαντεύομαι αν πρέπει να...ή να... · βρίσκομαι σε δίλημμα να...ή να · δεν μπορώ να καταλήξω αν... ή αν...
-
καθορίζω, εξακριβώνω, αποφασίζω
-
αποφασιζώ
-
αναμφισβήτητος · αποφασισμένος · αποφασιστικός · δυναμικός · ξεκάθαρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη