Μετάφραση του "decidedly" σε Ελληνικά

Οι αποφασιστικά, αναμφισβήτητα, μάλιστα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decidedly" σε Ελληνικά.

decidedly adverb γραμματική

In a decided or final manner; resolutely. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφασιστικά

    Optimus has grown decidedly more ruthless since our last encounter.

    Ο Όπτιμους έχει γίνει αποφασιστικά πιο ανελέητος από την τελευταία μας συνάντηση.

  • αναμφισβήτητα

    adverb

    I speak about this topic from a decidedly distinctive perspective.

    Μιλώ για το θέμα αυτό από μία αναμφισβήτητα χαρακτηριστική προοπτική.

  • μάλιστα

    adverb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ναι
    • οριστικά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decidedly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decidedly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη