Μετάφραση του "deck" σε Ελληνικά

Οι κατάστρωμα, τράπουλα, κουβέρτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deck" σε Ελληνικά.

deck verb noun γραμματική

Any flat surface that can be walked on: a balcony; a porch; a raised patio; a flat rooftop. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάστρωμα

    noun neuter

    floorlike covering on a ship

    I could hear sounds all around me, up on deck, behind closed doors.

    Άκουγα ήχους γύρω μου, πάνω στο κατάστρωμα, πίσω από κλειστές πόρτες.

  • τράπουλα

    noun feminine

    pack of playing cards

    And now the deck will come back to me.

    Και τώρα η τράπουλα θα έρθει πίσω σε εμένα.

  • κουβέρτα

    noun feminine

    floorlike covering on a ship

    Take them on deck.

    Πάρτε τον στην κουβέρτα!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στολίζω
    • διακοσμώ
    • εξουδετερώνω
    • κοσμώ
    • φέρνω καπάκι
    • Κατάστρωμα
    • διακόσμηση
    • ισοπεδώνω (νικώ κπ)
    • ομάδα καρτών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Deck
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • , ντεκ

Εικόνες με "deck"

Φράσεις παρόμοιες με "deck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλατφόρμα κεραίας
  • κατάστρωμα πτήσεων
  • ρίχνω κπ στο κανναβάτσο
  • ντύνομαι στην πένα · ντύνομαι στην τρίχα
  • Αποκλίνον κατάστρωμα · πιλοτήριο
  • μούτσος
  • όλοι πρέπει να βοηθήσουν · όλοι στο κατάστρωμα
  • στο καν(ν)αβάτσο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη