Μετάφραση του "decisive" σε Ελληνικά
Οι αποφασιστικός, καθοριστικός, αποφασιστικός, -ή, -ό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decisive" σε Ελληνικά.
decisive
adjective
γραμματική
Having the power or quality of deciding a question or controversy; putting an end to contest or controversy; final; conclusive. [..]
-
αποφασιστικός
adjective masculinehaving the power or quality of deciding a question or controversy
Tom was very decisive.
Ο Τομ ήταν πολύ αποφασιστικός.
-
καθοριστικός
Whatever the scenario, the press plays a decisive role in the success of crisis communication.
Ο ρόλος του Τύπου παραμένει σε όλες τις περιπτώσεις καθοριστικός για την επιτυχία της επικοινωνίας σε κατάσταση κρίσης.
-
αποφασιστικός, -ή, -ό
marked by promptness and decision [..]
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφασιστικά
- κατηγορηματικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decisive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decisive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλαίσιο απόφασης
-
τελεσίδικη απόφαση
-
απόφαση-ορόσημο · ιστορική απόφαση
-
απόφαση πλαίσιο
-
Βάση δεδομένων, υποστήριξης απόφασης
-
Απόφαση
-
κατάλογος αποφάσεων
-
διαχειριστής · διευθυντής · διοικητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη