Μετάφραση του "dedicated" σε Ελληνικά

Οι αφοσιωμένος, αποκλειστικός, αφιερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dedicated" σε Ελληνικά.

dedicated adjective verb γραμματική

Devoted; loyal; conscientious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφοσιωμένος

    I'm dedicated to my art and to my craft.

    Είμαι αφοσιωμένος στην τέχνη και στη δουλειά μου.

  • αποκλειστικός

    Adjective

    intelligent dedicated equipment: The equipment used to perform data downloading to the ESM (e.g. personal computer)

    Έξυπνος αποκλειστικός εξοπλισμός: ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση της τηλεφόρτωσης δεδομένων στο ESM (π.χ. προσωπικός υπολογιστής)

  • αφιερωμένος

    adjective masculine

    I've spent my last eight years up here, dedicated to this project.

    Έχω περάσει τα τελευταία οκτώ χρόνια μου επάνω εδώ, αφιερωμένος σε αυτό το πρόγραμμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ειδικά διαμορφωμένος
    • ειδικός
    • ιδιαίτερος
    • που κάνει κτ με αφοσίωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dedicated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dedicated
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αφιερωμένος, αποκλειστικός

Φράσεις παρόμοιες με "dedicated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dedicated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη