Μετάφραση του "dedication" σε Ελληνικά

Οι αφιέρωση, εγκαίνια, προσήλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dedication" σε Ελληνικά.

dedication noun γραμματική

(uncountable) The act of dedicating or the state of being dedicated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφιέρωση

    noun feminine

    note prefixed to a work of art

    A magnificent youth celebration took place the evening prior to the dedication.

    Ένας μεγαλοπρεπής εορτασμός νέων έλαβε χώρα το βράδυ πριν από την αφιέρωση.

  • εγκαίνια

    noun neuter

    But it wouldn't hurt if you showed up at the art gallery dedication tonight.

    Αλλά δεν θα πάθαινες και τίποτα αν εμφανιζόσουν, στα εγκαίνια της γκαλερί σήμερα.

  • προσήλωση

    noun

    Progress signifies political will, hard work and dedication, which need to be rewarded.

    Πρόοδος σημαίνει πολιτική βούληση, σκληρή εργασία και προσήλωση, η οποία πρέπει να ανταμειφθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφοσίωση
    • θυρανοίξια
    • υποχρέωση
    • Αφιερωματικό σημείωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dedication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dedication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dedication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη