Μετάφραση του "deem" σε Ελληνικά

Οι θεωρώ, νομίζω, κρίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deem" σε Ελληνικά.

deem Verb verb noun γραμματική

(transitive, obsolete) To judge; pass judgement on; sentence; doom. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεωρώ

    verb

    to evaluate according to one's beliefs

    The appointments would be deemed ratified if there were no objections before the approval of these Minutes.

    Oι ως άνω ορισμοί θα θεωρηθούν επικυρωθέντες εάν δεν υπάρξει αντίρρηση μέχρι να εγκριθούν τα παρόντα πρακτικά.

  • νομίζω

    verb

    It therefore seems preferable to formulate the test in terms of a standard of deemed, or objective, knowledge.

    Επομένως, νομίζω ότι είναι προτιμότερο να διατυπωθεί το κριτήριο με βάση την τεκμαιρόμενη ή αντικειμενική γνώση.

  • κρίνω

    verb

    It may dissolve such working parties if it deems fit.

    Μπορεί να διαλύσει αυτές ομάδες εργασίας, εάν το κρίνει σκόπιμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαπώ
    • έχω
    • πιστεύω
    • εκλαμβάνω
    • υποθέτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη