Μετάφραση του "deescalating" σε Ελληνικά
Οι αποκλιμακώνοντας, αποκλιμακούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deescalating" σε Ελληνικά.
deescalating
verb
Third-person singular simple present indicative form of deescalate. [..]
-
αποκλιμακώνοντας
particle -
αποκλιμακούμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deescalating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deescalating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκλιμάκωση
-
αποκλιμακούμενος · αποκλιμακωμένος
-
αποκλιμακώνομαι · αποκλιμακώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη