Μετάφραση του "defacement" σε Ελληνικά
Οι καταστροφή, παραμόρφωση, ακρωτηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defacement" σε Ελληνικά.
defacement
noun
γραμματική
An act of defacing; an instance of visibly marring or disfiguring something. [..]
-
καταστροφή
noun -
παραμόρφωση
nounThe problem is not the defacement of public buildings or the noise pollution caused by the exploding devices.
Το πρόβλημα δεν είναι η παραμόρφωση των δημοσίων κτιρίων ή... η ηχητική μόλυνση που προκαλούν οι εκρηκτικοί μηχανισμοί.
-
ακρωτηριασμός
noun -
βανδαλισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " defacement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη