Μετάφραση του "defensible" σε Ελληνικά

Οι βάσιμος, υπερασπίσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defensible" σε Ελληνικά.

defensible adjective γραμματική

(of an installation etc) capable of being defended against armed attack [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάσιμος

    adjective masculine

    Uh, Your Honor, the statement on the billboard is defensible in a defamation action as opinion.

    Εντιμότατε, τα αναγραφόμενα στην αφίσα, είναι βάσιμα ως πράξη δυσφήμισης από άποψη.

  • υπερασπίσιμος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defensible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "defensible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defensible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη