Μετάφραση του "defensible" σε Ελληνικά
Οι βάσιμος, υπερασπίσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defensible" σε Ελληνικά.
defensible
adjective
γραμματική
(of an installation etc) capable of being defended against armed attack [..]
-
βάσιμος
adjective masculineUh, Your Honor, the statement on the billboard is defensible in a defamation action as opinion.
Εντιμότατε, τα αναγραφόμενα στην αφίσα, είναι βάσιμα ως πράξη δυσφήμισης από άποψη.
-
υπερασπίσιμος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " defensible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "defensible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αεράμυνα · αντιαεροπορική άμυνα
-
αμυντική κατασκευή
-
υπουργείο άμυνας
-
οχυρωμένη θέση
-
σύστημα επικοινωνιών άμυνας
-
άμυνα
-
Αμυντικό
-
γραμμή άμυνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη