Μετάφραση του "defer" σε Ελληνικά
Οι αναβάλλω, αναβολή, καθυστερώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defer" σε Ελληνικά.
To delay, or postpone, especially to postpone induction into military service. [..]
-
αναβάλλω
verbI think I might have to defer that for a year though.
Μάλλον όμως θα το αναβάλλω για ένα χρόνο.
-
αναβολή
nounTo postpone a payment or delivery.
On a joint application by the parties the President may order that a case be deferred.
Αν οι διάδικοι ζητήσουν από κοινού την αναβολή της εκδικάσεως, ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει αυτή την αναβολή.
-
καθυστερώ
verbHowever, it may defer payment of balances where additional verification is needed.
Ωστόσο, δύναται να καθυστερήσει την πληρωμή του υπολοίπου σε περίπτωση ανάγκης συμπληρωματικών ελέγχων.
-
σέβομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " defer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αναβάλλω, μεταχρονίζω
Φράσεις παρόμοιες με "defer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
από σεβασμό σε · σεβόμενος
-
ευλάβεια · σεβασμος, ευλαβεια · σεβασμός
-
σταδιακή φόρτωση
-
αναβολή · αναβολή στράτευσης · αναστολή · χρονοτριβή
-
Προσωρινό Μέτρο για πρώην Ανήλικους Μετανάστες
-
μεταχρονισμένη συντήρηση
-
παράταση επιβολής
-
προσωρινό μέτρο