Μετάφραση του "deferred" σε Ελληνικά
Οι αναβαλλόμενος, εξ αναβολής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deferred" σε Ελληνικά.
deferred
adjective
verb
γραμματική
Of or pertaining to delay of an action. [..]
-
αναβαλλόμενος
NounThe resulting deferred tax is recognised in the income statement.
Ο προκύπτων αναβαλλόμενος φόρος καταχωρείται στην Κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων.
-
εξ αναβολής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deferred " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deferred" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
από σεβασμό σε · σεβόμενος
-
ευλάβεια · σεβασμος, ευλαβεια · σεβασμός
-
σταδιακή φόρτωση
-
αναβολή · αναβολή στράτευσης · αναστολή · χρονοτριβή
-
αναβάλλω · αναβολή · καθυστερώ · σέβομαι
-
Προσωρινό Μέτρο για πρώην Ανήλικους Μετανάστες
-
μεταχρονισμένη συντήρηση
-
παράταση επιβολής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη