Μετάφραση του "defiantly" σε Ελληνικά

Οι περιφρονητικά, πεισματικά, προκλητικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defiantly" σε Ελληνικά.

defiantly adverb γραμματική

In a defiant manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιφρονητικά

    The Egyptian ruler defiantly refuses.

    Ο Αιγύπτιος ηγεμόνας αρνείται περιφρονητικά.

  • πεισματικά

  • προκλητικά

    Dathan and Abiram, flanked by members of their households, defiantly held their ground.

    Ο Δαθάν και ο Αβιρών, υποστηριζόμενοι από μέλη των σπιτικών τους, διατήρησαν μια προκλητικά ανυποχώρητη στάση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defiantly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defiantly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη