Μετάφραση του "deficit" σε Ελληνικά
Οι έλλειμμα, έλλειμα, ελλειψη,ανεπαρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deficit" σε Ελληνικά.
Deficiency in amount or quality; a falling short; lack. [..]
-
έλλειμμα
noun neutersituation wherein spending exceeds government revenue
Already high unemployment has risen further and the budget deficit is on a rising path.
Ήδη έχει αυξηθεί περαιτέρω η ανεργία και το έλλειμμα του προϋπολογισμού ακολουθεί ανοδική πορεία.
-
έλλειμα
If you reduce taxes, State income falls and the deficit increases.
Αν μειωθούν οι φόροι, μειώνονται τότε τα έσοδα του κράτους και αυξάνει το έλλειμα.
-
ελλειψη,ανεπαρκεια
The whole family has a deficit of common sense. attention deficit disorder,
-
έλλειμμα ισοζυγίου
nounThe current account deficits have been financed by foreign borrowing and foreign direct investment.
Το έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτήθηκε από τον εξωτερικό δανεισμό και τις άμεσες ξένες επενδύσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deficit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deficit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλλειμμα οξυγόνου
-
έλλειμμα του προϋπολογισμού
-
ΔΕΠΥ · Ελλειμματική Προσοχή - Υπερκινητικότητα · διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας
-
δημοκρατικό έλλειμμα
-
ελλειμματικό ισοζύγιο
-
υπογεννητικοτητα
-
δημοσιονομικό έλλειμμα