Μετάφραση του "deflower" σε Ελληνικά
Οι διακορεύω, καταστρέφω, φθείρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deflower" σε Ελληνικά.
deflower
verb
γραμματική
(transitive) To take the virginity of a woman or girl. [..]
-
διακορεύω
verbto take the virginity of a woman or girl
-
καταστρέφω
verbYou're deflowering my pristine kitchen.
Καταστρέφεις την πρωτόγονη κουζίνα μου.
-
φθείρω
verb -
χαλάω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deflower " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deflower" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακορεύω · παίρνω την παρθενιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη