Μετάφραση του "deflective" σε Ελληνικά

Το παρεκκλίνων είναι η μετάφραση του "deflective" σε Ελληνικά.

deflective adjective γραμματική

capable of causing deflection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεκκλίνων

    adjective masculine

    If there's the presence of a more powerful magnetic field, the needle deflects to that power.

    Αν υπάρχει ένα πιο δυνατό μαγνητικό πεδίο, η βελόνα παρεκκλίνει σε αυτήν την δύναμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deflective " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deflective" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deflective" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη