Μετάφραση του "deft" σε Ελληνικά
Οι επιδέξιος, επιτήδειος, neatly skilful and quick in one's movements ... επιδεξιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deft" σε Ελληνικά.
deft
adjective
γραμματική
Quick and neat in action; skillful [..]
-
επιδέξιος
adjectiveWell, I've always been quite deft with a scalpel.
Ήμουν πάντα αρκετά επιδέξιος με το νυστέρι.
-
επιτήδειος
adjective masculine -
neatly skilful and quick in one's movements ... επιδεξιος
-
έξυπνος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιδεξιότητα · επιτηδειότητα · ευχέρεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη