Μετάφραση του "deftly" σε Ελληνικά

Το επιδέξια είναι η μετάφραση του "deftly" σε Ελληνικά.

deftly adverb γραμματική

in a deft manner, i.e. quickly and neatly in action [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδέξια

    adverb

    A passing policeman removes his hat and deftly scoops up the ball.

    Ένας περαστικός αστυφύλακας βγάζει το καπέλο του και επιδέξια μαζεύει την μπάλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deftly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deftly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη