Μετάφραση του "delayed" σε Ελληνικά
Οι αργοπορημένος, καθυστερημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "delayed" σε Ελληνικά.
delayed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of delay. [..]
-
αργοπορημένος
Occurring affter the expected or usual time.
He's just a little delayed.
Είναι απλώς λίγο αργοπορημένος.
-
καθυστερημένος
nounThis is not some trauma or delayed grief or whatever you're scribbling down.
Δεν είναι τραύμα ή καθυστερημένος πόνος ή οτιδήποτε γράφεται εκεί πέρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " delayed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "delayed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρελκυστική τακτική
-
Καθυστέρηση μετά την επιλογή
-
αναστολή λειτουργίας λόγω βροχής
-
Γινόμενο εύρους ζώνης - καθυστέρησης
-
Ακουστική γραμμή καθυστέρησης
-
καθυστέρηση περιβάλλουσας
-
Ηλεκτρονόμος χρονικής καθυστέρησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη