Μετάφραση του "densification" σε Ελληνικά

Οι πύκνωση, συμπύκνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "densification" σε Ελληνικά.

densification noun γραμματική

The act or process of making or becoming dense [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πύκνωση

    Chemical vapour deposition furnaces designed or modified for the densification of carbon-carbon composites.

    Κάμινοι χημικής εναπόθεσης ατμού, σχεδιασμένοι ή τροποποιημένοι για την πύκνωση συνθέτων υλικών άνθρακα-άνθρακα.

  • συμπύκνωση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " densification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "densification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη