Μετάφραση του "density" σε Ελληνικά
Οι πυκνότητα, ανοησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "density" σε Ελληνικά.
density
noun
γραμματική
(physics) A measure of the amount of matter contained by a given volume. [..]
-
πυκνότητα
noun femininephysics: amount of matter contained by a given volume [..]
The density of plantation may be surveyed and quoted directly or may be calculated from the area planted.
Η πυκνότητα φύτευσης δύναται να καταγράφεται αμέσως ή να προσδιορίζεται μέσω υπολογισμού που βασίζεται στη φυτευμένη έκταση.
-
-
ανοησία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " density " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "density" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φασματική πυκνότητα
-
Πολυαιθυλένιο μέσης πυκνότητας
-
υψηλή πυκνότητα
-
Συνάρτηση πυκνότητας πιθανότητας
-
πυκνότητα κατοίκησης (στέγασης)
-
Φασματική πυκνότητα ισχύος
-
Πυκνότητα τηλεφώνων
-
Διπολικός κώδικας υψηλής πυκνότητας, 3ης τάξης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη