Μετάφραση του "dependent" σε Ελληνικά
Οι εξαρτημένος, εξαρτώμενος, κρεμασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dependent" σε Ελληνικά.
dependent
adjective
noun
γραμματική
(of certain Irish irregular verbs): standing only after a preverbal particle [..]
-
εξαρτημένος
adjective masculineRelying upon; depending upon
Tom depends on Mary.
Ο Τομ είναι εξαρτημένος από την Μαίρη.
-
εξαρτώμενος
He's acting on instinct depending on sensations working faster than we can think.
Αντιδράει με τον ένστικτό του εξαρτώμενος από αισθήσεις που δουλεύουν γρηγορότερα, απ'ό, τι σκεφτόμαστε.
-
κρεμασμένος
particleεξαρτημένος
-
εξαρτώμενo
A cell that contains a formula that refers to another cell. For example, if cell D10 contains the formula =B5, cell D10 is a dependent of cell B5.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dependent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dependent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξιοπιστία · βεβαιότητα, ασφάλεια λειτουργίας
-
Διεπαφή εξαρτώμενη από το μέσο
-
εξαρτώμενος υπολογιστής-πελάτης
-
δευτερεύουσα πρόταση
-
εξάρτηση
-
Εξαρτάται
-
εξωτερική εξάρτηση
-
μετόχι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη