Μετάφραση του "dependability" σε Ελληνικά
Οι αξιοπιστία, βεβαιότητα, ασφάλεια λειτουργίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dependability" σε Ελληνικά.
dependability
noun
γραμματική
The characteristic of being dependable; the ability to be depended upon. [..]
-
αξιοπιστία
noun feminineA further dimension relates to the dependability of systems and networks.
Μία περαιτέρω διάσταση αφορά την αξιοπιστία συστημάτων και δικτύων.
-
βεβαιότητα, ασφάλεια λειτουργίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dependability " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dependability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεπαφή εξαρτώμενη από το μέσο
-
εξαρτώμενος υπολογιστής-πελάτης
-
δευτερεύουσα πρόταση
-
εξάρτηση
-
Εξαρτάται
-
εξωτερική εξάρτηση
-
μετόχι
-
δέντρο εξαρτήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη