Μετάφραση του "depone" σε Ελληνικά
Οι ορκίζομαι, καταθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depone" σε Ελληνικά.
depone
verb
γραμματική
(intransitive, law) To testify, especially in the form of a deposition. [..]
-
ορκίζομαι
verb -
καταθέτω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " depone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "depone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποθετικό ρήμα · αποθετικός · μάρτυρας
-
αποθετικό ρήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη