Μετάφραση του "derivation" σε Ελληνικά

Οι παραγωγή, καταγωγή, πηγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "derivation" σε Ελληνικά.

derivation noun γραμματική

A leading or drawing off of water from a stream or source. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραγωγή

    noun feminine

    Service to derive application-oriented quantitative results that are not available from the raw data itself.

    Υπηρεσία για την παραγωγή εφαρμογοστρεφών ποσοτικών αποτελεσμάτων που δεν είναι διαθέσιμα από τα ανεπεξέργαστα δεδομένα.

  • καταγωγή

    noun feminine

    In my land, power derives from birthright.

    Στον τόπο μου, η δύναμη πηγάζει από την καταγωγή σου.

  • πηγή

    noun feminine

    Further income is derived from the sale of linseed and shives.

    Η πώληση σπόρων και συσσωματωμάτων ινών λίνου αποτελεί μία ακόμη πηγή εισοδημάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προέλευση
    • γένος
    • έθνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " derivation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "derivation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "derivation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη