Μετάφραση του "derived" σε Ελληνικά

Το εξαχθείς είναι η μετάφραση του "derived" σε Ελληνικά.

derived adjective verb γραμματική

(systematics) Of, or pertaining to, conditions unique to the descendant species of a clade, and not found in earlier ancestral species. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαχθείς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " derived " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "derived" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "derived" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη