Μετάφραση του "derive" σε Ελληνικά

Οι προέρχομαι, εξάγω, προκύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "derive" σε Ελληνικά.

derive verb γραμματική

(transitive, chemistry) To create (a compound) from another by means of a reaction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προέρχομαι

    verb

    originate (from)

    Specific requirements for hides and skins of ungulates and products derived therefrom

    Ειδικές απαιτήσεις σχετικά με δορές και δέρματα οπληφόρων και προϊόντα που προέρχονται από αυτά

  • εξάγω

    verb

    Financial accounts are derived from various statistics and a part of the quarterly data is estimates.

    Τα στοιχεία των χρηματοοικονομικών λογαριασμών εξάγονται από διάφορες στατιστικές πληροφορίες, μέρος δε των τριμηνιαίων δεδομένων αποτελεί εκτιμήσεις.

  • προκύπτω

    verb

    Applied guidelines have been derived for various draft recommendations.

    Οι εφαρμοσμένες κατευθυντήριες γραμμές προέκυψαν από διάφορα σχέδια προτάσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράγω
    • παίρνω
    • αντλώ
    • αποκομίζω
    • βρίσκω
    • παράγομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " derive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Derive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράγω

    Description of how and by whom the geographic position of the address was created or derived.

    Περιγραφή του τρόπου και του προσώπου που δημιούργησε ή παρήγαγε τη γεωγραφική θέση της διεύθυνσης.

Φράσεις παρόμοιες με "derive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "derive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη