Μετάφραση του "desolate" σε Ελληνικά

Οι έρημος, ερημώνω, ακατοίκητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desolate" σε Ελληνικά.

desolate adjective verb γραμματική

deserted and devoid of inhabitants [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρημος

    adjective masculine

    barren / lifeless [..]

    Young and still volcanically active, it's a desolate place.

    Νεαρό και ακόμη ηφαιστειακά ενεργό, είναι ένας έρημος τόπος.

  • ερημώνω

    to devastate or lay waste [..]

  • ακατοίκητος

    adjective masculine

    unfit for habitation

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ερημωμένος
    • μελαγχολικός
    • άγονος
    • εγκαταλείπω
    • Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος
    • Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός
    • Έρημος, εγκαταλελειμμένος, άδειος, ακατοίκητος ...άδειος μέσα σου, κενός, απελπισμένος
    • απαρηγόρητος
    • δυστυχής
    • εγκαταλελειμμένος
    • περίλυπος
    • συντετριμμένος
    • απελπίζω
    • απελπιστικός
    • παρατημένος
    • ζοφερός
    • φέρνω σε απόγνωση
    • απελπισμένος
    • αγέλαστος
    • μονήρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desolate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "desolate"

Φράσεις παρόμοιες με "desolate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desolate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη