Μετάφραση του "detached" σε Ελληνικά

Οι αμερόληπτος, αποσπώμαι, αδιάφορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detached" σε Ελληνικά.

detached adjective verb γραμματική

Of a house: not joined to another house on either side. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμερόληπτος

    adjective
  • αποσπώμαι

    verb
  • αδιάφορος

    adjective masculine

    As such, he would not be some cold, detached bureaucrat.

    Ως Αρχιερέας, δεν θα ήταν ένας ψυχρός, αδιάφορος γραφειοκράτης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεπηρέαστος
    • αποκομμένος
    • αποσπασμένος
    • αποστασιοποιημένος
    • αποσυνδεδεμένος
    • απροκατάληπτος
    • απόμακρος
    • ουδέτερος
    • ανεξάρτητος
    • απομονωμένος
    • θυμόσοφος
    • μεμονωμένος
    • ξεκομμένος
    • περιστασιακός
    • χωριστός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detached " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "detached" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μη αποσπώμενος
  • Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
  • αποσπώμενο καλώδιο
  • αποσπώμενη μετόπη
  • απαγκιστρώνω · αποκολλώ · αποσπώ · αποσυνδέω · ξεκολλώ · στέλνω
  • αποσπώμενος, αποσυνδεόμενος · κινητός
  • άγημα · αδιαφορία · αμεροληψία · αντικειμενικότητα · αποσύνδεση · απόσπαση · απόσπασμα · απόσταση
  • αποσπώμενη κεραία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detached" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη