Μετάφραση του "detachment" σε Ελληνικά

Οι απόσπασμα, απόσπαση, αδιαφορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detachment" σε Ελληνικά.

detachment noun γραμματική

(uncountable) The action of detaching; separation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσπασμα

    noun

    Take a detachment and open up the Capitoline vaults.

    Πάρε ένα απόσπασμα και άνοιξε τα θησαυροφυλάκια τού Καπιτωλίου.

  • απόσπαση

    noun feminine

    This shall be used to ensure that separately approved guide-straps shall be easily attached and detached.

    Πρέπει να χρησιμοποιείται ώστε να εξασφαλίζεται η εύκολη τοποθέτηση και απόσπαση των μεμονωμένα εγκεκριμένων οδηγών ιμάντων.

  • αδιαφορία

    noun

    Do you think your breakup had something to do with that detachment?

    Πιστεύεις πως ο χωρισμός σας είναι υπαίτιος γι` αυτή την αδιαφορία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποσύνδεση
    • αμεροληψία
    • απόσταση
    • αντικειμενικότητα
    • άγημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detachment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "detachment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μη αποσπώμενος
  • Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
  • αποσπώμενο καλώδιο
  • αποσπώμενη μετόπη
  • απαγκιστρώνω · αποκολλώ · αποσπώ · αποσυνδέω · ξεκολλώ · στέλνω
  • αποσπώμενος, αποσυνδεόμενος · κινητός
  • αδιάφορος · αμερόληπτος · ανεξάρτητος · ανεπηρέαστος · αποκομμένος · απομονωμένος · αποσπασμένος · αποσπώμαι · αποστασιοποιημένος · αποσυνδεδεμένος · απροκατάληπτος · απόμακρος · θυμόσοφος · μεμονωμένος · ξεκομμένος · ουδέτερος · περιστασιακός · χωριστός
  • αποσπώμενη κεραία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detachment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη