Μετάφραση του "determined" σε Ελληνικά
Οι αποφασισμένος, αποφασιστικός, αδίστακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determined" σε Ελληνικά.
determined
adjective
verb
γραμματική
Decided; resolute, possessing much determination. [..]
-
αποφασισμένος
adjectiveTom is determined to do something.
Ο Τομ είναι αποφασισμένος να κάνει κάτι.
-
αποφασιστικός
adjective masculineStatistical significance should not be only determining factor for a positive response.
Σε μία θετική απόκριση δεν θα πρέπει ως μοναδικός αποφασιστικός παράγοντας να λαμβάνεται η στατιστική σημαντικότητα.
-
αδίστακτος
adjective -
ανένδοτος
adjective masculineYour father is just sort of determined when he makes up his mind about something.
Ο πατέρας σου είναι ανένδοτος όταν αποφασίζει κάτι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determined " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "determined" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω βάλει σκοπό να · έχω βαλθεί να · είμαι αποφασισμένος να
-
συντελεστής προσδιορισμού
-
χωροθετώ
-
Δορυφορικές υπηρεσίες ραδιοεντοπισμού
-
καθοριστικός παράγων
-
Υπό καθορισμό
-
προσδιορίσιμος
-
αυτοδιάθεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη