Μετάφραση του "determining" σε Ελληνικά
Το καθοριστικός είναι η μετάφραση του "determining" σε Ελληνικά.
determining
verb
Present participle of determine. [..]
-
καθοριστικός
adjectiveEconomic growth is a crucial determinant of public finances.
Η οικονομική μεγέθυνση είναι ένας κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας των δημόσιων οικονομικών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determining " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "determining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω βάλει σκοπό να · έχω βαλθεί να · είμαι αποφασισμένος να
-
συντελεστής προσδιορισμού
-
χωροθετώ
-
Δορυφορικές υπηρεσίες ραδιοεντοπισμού
-
καθοριστικός παράγων
-
αδίστακτος · ανένδοτος · αποφασισμένος · αποφασιστικός
-
Υπό καθορισμό
-
προσδιορίσιμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη