Μετάφραση του "devide" σε Ελληνικά
Οι διαιρώ, διανέμω, διχάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devide" σε Ελληνικά.
devide
verb
[i]Obsolete form of divide[/i].
-
διαιρώ
verb -
διανέμω
verb -
διχάζω
-
μοιράζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " devide " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη